Now reading
Ο ρόλος των ΗΠΑ, η στάση του ΔΝΤ και η αξιολόγηση

Ο ρόλος των ΗΠΑ, η στάση του ΔΝΤ και η αξιολόγηση

dnt3

Το ΔΝΤ θα επιμείνει στις απαιτήσεις του για πραγματικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα και ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους από τους Ευρωπαίους.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα, επιφυλακτική στάση των ΗΠΑ έναντί του, κάτι που αναμένεται να επηρεάσει και το μέλλον του ελληνικού προγράμματος. Οπως εκτιμούν αναλυτές, η κυβέρνηση Τραμπ πιθανώς να υιοθετήσει μία πιο σκληρή στάση έναντι της συμμετοχής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, συμβάλλοντας στην καθυστέρηση της αξιολόγησης μέχρι την τελευταία στιγμή, όταν η Ελλάδα θα πρέπει να αποπληρώσει ομόλογα που λήγουν τον Ιούλιο.

Ερωτώμενος αν θα αλλάξει η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Σον Σπάισερ παρέπεμψε στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών. Εκεί, η τοποθέτηση δύο στελεχών που θεωρούνται «μη φιλικά» προς το ΔΝΤ έχει προβληματίσει τους αναλυτές. Επιπλέον, αν και δεν θεωρείται ότι επηρεάζει άμεσα τη συνεισφορά των ΗΠΑ στο Ταμείο, η περικοπή των κονδυλίων για τα διεθνή προγράμματα του υπουργείου κατά 35% που προτείνει ο πρώτος προϋπολογισμός του προέδρου Τραμπ έχει προβληματίσει το ΔΝΤ. Οπως σημειώνουν πρώην αξιωματούχοι, δεν είναι καλό δείγμα εν όψει αποφάσεων που αναμένονται το 2019 για την περαιτέρω μεταρρύθμιση της εκπροσώπησης και οικονομικής συνεισφοράς των μελών του στον διεθνή οργανισμό. Ηδη, στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατατέθηκε νομοσχέδιο από τον Ρεπουμπλικανό Μπιλ Χουιζένκα που συνδέει την ψήφιση αυτών των μεταρρυθμίσεων με τη δέσμευση να μην εγκριθεί άλλο δάνειο του ΔΝΤ προς την Ελλάδα.

Οπως λέει στην «Κ» ο ερευνητής του American Enterprise Institute Ντέσμοντ Λάχμαν, η επιλογή των Ντέιβιντ Μάλπας και Ανταμ Λέρικ για τις θέσεις του υφυπουργού και βοηθού υφυπουργού Οικονομικών για τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, «δεν θα είναι καλή για τις σχέσεις των ΗΠΑ με το ΔΝΤ». Οπως εξηγεί, «και οι δύο είναι γνωστοί για τις πολύ επικριτικές θέσεις τους έναντι του ΔΝΤ, τον ρόλο του οποίου θα ήθελαν να περιορίσουν. Επιπλέον, δεν θα ήθελαν να δουν να τίθενται σε κίνδυνο χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων μέσω νέων δανείων του ΔΝΤ στην Ελλάδα».

Σύμφωνα με τον κ. Λάχμαν, «όλα αυτά καθιστούν πολύ δύσκολο για το ΔΝΤ να συμμετέχει στο πρόγραμμα, καθώς μία τέτοια επιλογή δεν θα έχει την υποστήριξη των ΗΠΑ». Ετσι, προβλέπει ότι το ΔΝΤ θα επιμείνει στις απαιτήσεις του για πραγματικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα και ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους από τους Ευρωπαίους. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», μία ανεξάρτητη μελέτη βιωσιμότητας του χρέους συνεργάτη του Peterson, που αναμένεται να δημοσιευθεί αυτές τις ημέρες, επίσης συνηγορεί με τη θέση του ΔΝΤ ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο.

Από την πλευρά του, o Τζέικομπ Κίρκεγκααρντ, έτερος ερευνητής στο Peterson, εκτιμά ότι η επιλογή Λέρικ σηματοδοτεί μία πιθανή αλλαγή, και συγκεκριμένα μια πιο σκληρή στάση της διακυβέρνησης Τραμπ έναντι του ΔΝΤ. «Ο Λέρικ», επισημαίνει, «δεν είναι φίλος του ΔΝΤ ή του να δαπανώνται χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων για οτιδήποτε διεθνές». Την ίδια στιγμή, όμως, δεν θεωρεί ότι η ελληνική κατάσταση, την οποία στην ουσία τη χαρακτηρίζει «υπόθεση της Ευρωζώνης», έχει σημασία για την κυβέρνηση Τραμπ, γι’ αυτό και εκτιμά ότι «πιθανώς να εξελιχθεί σε διαπραγματευτικό χαρτί στην ευρύτερη διατλαντική σχέση ΗΠΑ-Ε.Ε. Για παράδειγμα, αν οι άνθρωποι του Τραμπ θέλουν να ασκήσουν πίεση στη γερμανική κυβέρνηση για το εμπορικό της πλεόνασμα, θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να μπλοκάρουν τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Ή αν θέλουν να στείλουν ένα συμβιβαστικό μήνυμα στην Ε.Ε., ένας τρόπος να το κάνουν είναι να μη σταθούν εμπόδιο στη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα κινδυνεύει ξανά να γίνει πιόνι σε ένα ευρύτερο παιχνίδι».

Και οι δύο αναλυτές, πάντως, συμφωνούν ότι οι συνθήκες συνηγορούν ότι δεν θα υπάρξει συμφωνία παρά την τελευταία στιγμή. «Πιστεύω ότι θα υπάρξει κάποια λύση και η Ελλάδα θα πληρώσει τις υποχρεώσεις του Ιουλίου. Δεν είναι προς το συμφέρον της κ. Μέρκελ να υπάρξει ένα ελληνικό ατύχημα πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου στη χώρα, εκτιμά ο κ. Λάχμαν. Οσο για τον κ. Κίρκεγκααρντ, επίσης θεωρεί ότι θα υπάρξει συμφωνία, αλλά όπως προσθέτει, «αμφιβάλλω ότι θα έρθει πολύ πριν από την προθεσμία του Ιουλίου».

Πηγή: kathimerini.gr