Now reading
Πώς έγινε η προσέγγιση για το χρέος

Πώς έγινε η προσέγγιση για το χρέος

XREOS

Ενα βήμα πιο κοντά βρίσκονται οι δανειστές για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους.

Οι πληροφορίες που έρχονταν την Παρασκευή από το Μπάρι της Ιταλίας, όπου έλαβε χώρα το Washington Group, έδειχναν ότι οι δύο πλευρές –Γερμανία και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)– έχουν πλέον συγκλίνει αρκετά.

Και παρόλο που δεν λήφθηκε τελική απόφαση για το ελληνικό χρέος ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του ελληνικού προγράμματος και η συζήτηση δεν έγινε επί συγκεκριμένων αριθμών, οι πληροφορίες κάνουν λόγο ότι το βασικό σενάριο που βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στο τραπέζι θα περιέχει επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους –ακόμη και μέχρι 20 χρόνια– κάτι το οποίο βρίσκει επί της αρχής σύμφωνη τη γερμανική πλευρά. Το σημείο που δεν βρίσκει σύμφωνους τους Γερμανούς και θα ωφελούσε ιδιαίτερα την ελληνική οικονομία σε βάθος χρόνου ήταν η πρόταση που υποστήριξε το ΔΝΤ για «πάγωμα» των επιτοκίων, έτσι ώστε οι αποπληρωμές να μην επηρεάζονται από τις διακυμάνσεις που αναμένεται να υπάρξουν τις επόμενες δεκαετίες.

Η επόμενη συζήτηση προβλέπεται να γίνει στο αυριανό Euroworking Group, με σκοπό να σημειωθεί πρόοδος που θα καταστήσει εφικτή τη συμφωνία κατά τη διάρκεια του επόμενου Eurogroup και θα επιτρέψει στο ΔΝΤ να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουν να προχωρήσουν και οι διαδικασίες στα εθνικά κοινοβούλια, που θα επιτρέψουν την εκταμίευση της δόσης, καθώς κράτη-μέλη όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φινλανδία δεν μπορούν να δώσουν το «πράσινο φως» αν το ΔΝΤ δεν συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα.

«Κάναμε ένα σημαντικό και αναγκαίο βήμα», σχολιάζει Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ» μετά τη λήξη του Washington Group, «καθώς πλέον υπάρχει περισσότερη κατανόηση του τι δεν είναι αποδεκτό από όλες τις πλευρές και αυτό είναι σημαντικό». Παράλληλα είναι ξεκάθαρο πλέον πως η πίεση έχει αυξηθεί για συμφωνία στο επόμενο Eurogroup στις 22 Μαΐου. Συγχρόνως οι συμμετέχοντες του Washington Group, που δεν ήταν άλλοι από τους βασικούς πρωταγωνιστές του ελληνικού προγράμματος, όπως η Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ, ο Μάριο Ντράγκι της ΕΚΤ, ο Πιερ Μοσκοβισί της Κομισιόν, ο Κλάους Ρέγκλινγκ του ΕΜΣ και οι υπουργοί Οικονομικών της Γαλλίας Μισέλ Σαπέν, της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, της Ιταλίας Πιερ-Κάρλο Παντοάν και της Ισπανίας Λουίς Ντε Γκίντος, που συμμετείχε με τηλεδιάσκεψη, έθεσαν «με χαρτί και μολύβι» το κάθε σενάριο και πώς αυτό θα επηρέαζε τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας τις επόμενες δεκαετίες.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης της Παρασκευής, η βασική διαφορά παρέμεινε, όπως αναμενόταν, ανάμεσα στη Γερμανία και το ΔΝΤ, περισσότερο στις προβλέψεις για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Η κ. Λαγκάρντ θέλησε να υπερασπιστεί τις πολύ συντηρητικές προβλέψεις που έχει κάνει το Ταμείο για την ελληνική οικονομία, τονίζοντας την ανάγκη να διατηρηθούν, καθώς, όπως ανέφερε, το ελληνικό πρόγραμμα θα ήταν πιο αξιόπιστο αν τα νούμερα ήταν πιο «προσεκτικά».

Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο κ. Σόιμπλε, τονίζοντας πως οι προβλέψεις είναι θετικές και ότι το ελληνικό πρόγραμμα θα είναι αξιόπιστο. Μία άποψη που υποστήριξε και ο κ. Ντε Γκίντος. Το γεγονός πάντως ότι δεν έχει σχηματιστεί ακόμη γαλλική κυβέρνηση δυσκολεύει τις διαπραγματεύσεις και ενισχύει το επιχείρημα αυτών που υποστηρίζουν ότι η τελική συμφωνία για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, πιο ρεαλιστικά, θα επιτευχθεί στις 15 Ιουνίου και όχι στις 22 Μαΐου, έτσι ώστε να υπάρχει και ο νέος υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας.

Στο άλλο σημαντικό μέρος της συμφωνίας, αυτό των πρωτογενών πλεονασμάτων που θα πρέπει να πετύχει η Ελλάδα μετά τη λήξη του προγράμματος, πλέον είναι ξεκάθαρο πως η γερμανική πλευρά έχει περιορίσει τις απαιτήσεις της. Συγκεκριμένα δεν αναμένει από την Ελλάδα το 3,5% του ΑΕΠ για 10 χρόνια μετά το 2018, όπως ήταν η επίσημη θέση της στο παρελθόν. Η Ελλάδα θα πρέπει σίγουρα να διατηρήσει το υψηλό πλεόνασμα μέχρι το 2022 και από εκεί και πέρα αναζητείται μια φόρμουλα προκειμένου το πρωτογενές πλεόνασμα να είναι τόσο μεγάλο ώστε να μην υπάρχουν απώλειες για τους πιστωτές, από τη μία, ενώ, από την άλλη, να είναι αναγκαία μια ελάφρυνση του χρέους. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένη πηγή, η Ε.Ε. επεξεργάζεται μια φόρμουλα βασισμένη στους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης των χωρών της Ευρωζώνης και, σύμφωνα με το προσχέδιο που ετοιμάζεται, τα πρωτογενή πλεονάσματα της Ελλάδας αναμένεται να κυμαίνονται από 2%-2,6% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

Πηγή: kathimerini.gr